Showing posts with label Ψ: Ο Οίκος των Ονειροπαρμένων. Show all posts
Showing posts with label Ψ: Ο Οίκος των Ονειροπαρμένων. Show all posts

Τα νεύρα και ο κ.Ψ.

Πάνω, κάτω βηματίζει ο αγαπημένος κ.Ψ., με μάτια κόκκινα, φανέλα φορεμένη πάνω από την μπλούζα και ένα ανόητο ψάθινο καπέλο στα χέρια.
-Ψ. μου, τι σου συμβαίνει; Τι σε βασανίζει;
-Εσύ, εσύ, και όλοι σαν εσένα.
-Εγώ, εγώ και όλοι σαν εμένα;
-Ναι.
Σκέφτομαι: τώρα εγώ να κάτσω να διαλεχτώ με άνθρωπο που μοιάζει με πιωμένο πίνακα του Gogh; Γιατί όχι όμως;
-Γιατί Ψ μου; Τι σου έκανα εγώ, εγώ και όλοι σαν εμένα;
-Πρώτον μη με λες «μου». Δεν είμαι ο Ψ σου.
-Ναι εντάξει, νεύρα νεύρα και πάλι νεύρα… Είναι φράση αγάπης και συμπάθειας Ψ. Δεν είναι κτητικό το «μου», δεν είναι υποτιμητικό. Είναι το ότι σε απασχολεί, απασχολεί και μένα. Το πρόβλημα σου είναι και δικό «μου» πρόβλημα
Οπ, όμως αγριεμένος με κοιτά… Φταίω, φταίω που συνομιλώ με εξοργισμένο άνθρωπο… Αλλά έχω φταίξει για πολύ χειρότερα, οπότε στωικά θα τον συνεχίσω αυτόν τον διάλογο…
-Εγώ και εσύ δεν είμαστε το ίδιο! Μου είπε, κοιτώντας με, δίχως ίχνος συμπάθειας.
-Όχι;
-Όχι!
-Συγχώρησε την αυθάδεια, φίλε ΜΟΥ. Εγώ και εσύ, δεν είμαστε το ίδιο; Άσε με να κάνω μια τρελή υπόθεση: εγώ είμαι λάθος και εσύ είσαι σωστός.
-… Δεν είπα κάτι τέτοιο. Αμέσως! Είσαι ψεύτρα και υποκρίτρια και δεν μπορείς να δεις πέρα από το δάχτυλο σου!
Τα νεύρα, αν δεν το ξέρετε είναι μεταδοτικά. Αν και φημίζομαι για την Βουδίσια υπομονή μου και τον καλοπροαίρετο χαρακτήρα μου (χε,χε,χε…), ξαφνικά είχα και εγώ νεύρα. Χωρίς λογική, άρχισα να βηματίζω πάνω κάτω, ένιωσα μια ακατανίκητη επιθυμία να φορέσω την φανέλα μου πάνω από την μπλούζα μου, και να καλυφθώ από έναν ανύπαρκτο ήλιο κρατώντας το ψάθινο καπέλο μου.
-Εγώ; Τον ρώτησα φωνάζοντας; Εσύ εσύ, και όλοι σαν εσένα είναι υποκριτές! Σπείρεις κατηγορίες και με κοιτάς υποτιμητικά! Ψεύτης είσαι και όλους εχθρούς, τους βλέπεις.

Κοιταχτήκαμε.. Αλλά ξαφνικά χτύπησε το κουδούνι, πριν προλάβουμε να ανταλλάξουμε άλλα λόγια αγάπης και φιλίας… Μπήκε ένας φίλος του κ.Ψ, ο κ.Χ.

-Σαν νευρικός μου φαίνεσαι, επισήμανα δυνατά.
-Άσε με τώρα και εσύ. Μου την σπας! Εσύ και όλοι σαν εσένα! Και εσύ, είπε και έδειξε τον κ.Ψ.

Η διάσωση του στρατιώτη Ψ. (Βασισμένη σε πλήρως φανταστικά γεγονότα)

Χτες λίγο μετά την περασμένη ώρα του ύπνου μου, με πήρε τηλέφωνο ο κ.Ψ., ήθελε λίγη παρέα, έχοντας πολλά να πει. Δύο ποτήρια μετά την άφιξη μου, ενώ στο ράδιο έπαιζε: «Don’t let the record label take you out for lunch» μου είπε ότι πέρασε την μέρα ψάχνοντας τον γάτο του, γνωστό με το όνομα: Χιούμορ. Ήταν σίγουρος ότι κάπου τον είχε δει πριν λίγες μέρες, αλλά δεν μπορούσε με τίποτα να θυμηθεί που. Κοίταξε κάτω από το κρεβάτι, πάνω από την ντουλάπα, πίσω από τον εκτυπωτή, μέσα στην οδοντόκρεμα, ξεφύλλισε ένα δύο βιβλία μήπως τον είχε αφήσει ανάμεσα στις σελίδες, ρώτησε την κατσίκα του, αλλά τίποτα…. (Βέβαια εγώ τον ξέρω 5 χρόνια και ποτέ δεν είδα κανένα γάτο, αλλά αυτό υποθέτω ότι είναι τελείως άσχετο). Αυτήν στην οποία όμως έπεσε πάνω, ήταν μια διάθεση, ξεχασμένη και σκονισμένη, ντυμένη ως παλαιά ποτέ αντιπρόσωπος των επίτιμων drama queen, που είχε αναπαραχθεί και εξαπλωθεί σε διάφορα σκιερά μέρη. Στην αρχή αποφάσισε να την αγνοήσει όπως τις μουχλιασμένες ντομάτες του ψυγείου του (αυτή η λεπτομέρεια δεν ήταν απαραίτητη, αλλά είχε πάρει φόρα και δεν ήθελα να τον διακόψω). Σιγά σιγά αντιλήφθηκε όμως ότι είχε πάρει ανησυχητικές διαστάσεις. Μικροκαμωμένη και σιωπηλή καθώς ήταν, περνούσε απαρατήρητη, αλλά με την βοήθεια κάποιου άγνωστου συντρόφου, είχε αφήσει απογόνους, φτυστά αντίγραφα του εαυτού της παντού, μέσα στο σπίτι του. Καθώς πάντα διατείνεται ότι είναι κατά της βίας, αποφάσισε να την πάρει με το καλό. Την κέρασε ένα κρασί, την ρώτησε τα νέα της, προσποιήθηκε ενδιαφέρον… και μόλις την είδε ότι είχε αρχίσει να χαλαρώνει, της πρότεινε, με περίσσιο ενθουσιασμό, να πάρει όλους αυτούς τους χαζούς κλώνους που είχε σπείρει και να πάει διακοπές, κατά προτίμηση στον βόρεια παγωμένη Ανταρκτική, που είχε ακούσει ότι είναι καταπληκτικό μέρος για τις drama queen. Αποδείχτηκε ότι βιάστηκε… και ξαφνικά μου το ξεφούρνισε: Η κυρίαρχος κακοδιάθετη drama queen, είχε ταμπουρωθεί στο μπάνιο και αρνιόταν να αποχωρήσει. Χρειαζόταν την βοήθεια μου. Δεν υπήρχε περίπτωση να του την αρνηθώ. Ήταν άλλωστε ο αγαπημένος μου από τους κ.Ψ, και ήταν φανερό ότι ήταν καταρρακωμένος (και ότι κατουριόταν). Κατά της βίας και βλακείες, σκέφτηκα… μπήκα στο μπάνιο, με υπερβολικό ζήλο, έτοιμη να την αρπάξω από το ξεχαρβαλωμένο στέμμα της και την πετάξω έξω από το σπίτι. Το πρόβλημα ήταν ότι αντί για αυτήν έπεσα πάνω μια ξεμαλλιασμένη, κοκκαλιάρικη γάτα με απορημένο βλέμμα! Την πήρα μαζί μου (δεν μπορούσα, για κανένα λόγο να την αφήσω με τον αξιαγάπητο, φαντασιόπληκτο κ.Ψ.) και είπα στον κ.Ψ. ότι μετά από μια σκληρή μάχη, το πρόβλημα λύθηκε! Όσο για τους υποτιθέμενους κλώνους… αυτούς του αντιμετώπισα με γενναίες ποσότητες: χλωρίνης, χαζοχαρούμενης μουσικής, ανούσιας (υπέρ-)αισιοδοξίας, βαθυστόχαστων απειλών και φιλοσοφικών προτροπών. Αποδείχτηκε ότι ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητοι στην αβάσταχτη ελαφρότητα της βλακείας.

Η διάθεση και ο κ.Ψ.

Στον από κάτω όροφο μένει ο κ.Ψ. Ο κύριος Ψ άνοιξε τα μάτια του για να αντικρύσει ένα υπέροχο πρωινό. Αποφάσισε να σηκώσει αυτήν την τρομερή καλή του διάθεση από το κρεβάτι και να την πάει στην κουζίνα να φτιάξει καφέ. Το σπίτι βέβαια, αντιθέτως από την διάθεση του, ήταν χάλια, και σαν αποτέλεσμα σκόνταψε στα δεκάδες πράγματα (που δεν θα έπρεπε, αλλά) βρίσκονταν στο πάτωμα του: βιβλία, εφημερίδες, μπουκάλια, υπολογιστές, μια κατσίκα, 1243215466356242 πιάτα σε μικρά μικρά κομματάκια, η χτεσινή του ψυχολογία, ρούχα και παπούτσια, υποσχέσεις, 2 μάλλον νεκρά καναρίνια, ένα σπασμένο κατσαβίδι και άλλα πολλά άγνωστης προέλευσης μη-ιπτάμενα αντικείμενα. Σκόνταψε σε όλα, αλλά δεν πτοήθηκε. Σκέφτηκε μάλιστα, ότι ήρθε ο καιρός να καθαρίσει το σπίτι του, να βελτιώσει λίγο την ποιότητα της ζωής του. Μετά όμως! Μετά τον καφέ, θα καταπιανόταν με αυτό το μεγαλεπήβολο σχέδιο ανανέωσης. Δυστυχώς στην κουζίνα, η διάθεση του ανακάλυψε ότι είχε τελειώσει ο καφές. Δεν τον πείραξε, όμως. Τα πουλάκια κελαηδούσαν εκεί έξω. Θα έβαζε το καπέλο και θα πήγαινε να αγοράσει. Και έτσι και έκανε. Βγήκαν έξω λοιπόν, πιασμένοι χέρι χέρι αυτός και η διάθεση του, σιγοτραγουδώντας... Φτάνοντας έψαξε τις τσέπες του. Είχε ξεχάσει τα λεφτά.
-Μήπως τα θυμήθηκες εσύ; Ρώτησε την διάθεση του, με το πλατύτερο του χαμόγελο.
Όχι ούτε και αυτή τα είχε πάρει. Δεν πείραζε όμως. Μια μικρή καθυστέρηση. Φτάνοντας στο σπίτι, η διάθεση, του έκλεισε πονηρά το μάτι:
-Ξέχασα τα κλειδιά μέσα στο σπίτι, του είπε. Μήπως τα θυμήθηκες εσύ;
Όχι ούτε αυτός τα είχε θυμηθεί.
-Τι κάνουμε τώρα, αναρωτήθηκε μεγαλοφώνως, κοιτώντας με μάτια γεμάτα ελπίδα και τσίμπλες, τη διάθεση.
Μα η διάθεση, δεν είχε διάθεση να περιμένει έξω από το σπίτι... Αγουροξυπνημένη... Χωρίς καφέ, αυτήν την υπέροχη μέρα... Παρέα με έναν τσιμπλίαρη... Του έδωσε ένα φιλί στο κούτελο και έφυγε σιγοτραγουδώντας.